LOFOU-ΛΟΦΟΥ
CHOOSE YOUR LANGUAGE-ΕΠΕΛΕΞΕ ΓΩΣΣΑ-выбрать язык(ΣΥΝΤΟΜΑ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ)  

Τουρκοκρατία

Για το προαναφερθέν ερώτημα, η παράδοση αναφέρει τα ακόλουθα: «Η Λόφου κτίστηκε πριν από 300 περίπου χρόνια. Ο πρώτος κάτοικός της ήταν ο Χατζηηλίας. Όταν έφυγε από τον Πεδουλά πήγε στον Άγιο Αμβρόσιο, στο μετόχι της Τροοδίτισσας. Εκεί έγινε βοσκός. Ύστερα αγόρασε ένα κοπάδι συντροφικό με το Στραόκορνο από την Πάχνα. Από το μετόχι πήγαιναν στο Φοίνικα, μια περιοχή της Λόφου, και έβοσκαν τα κοπάδια τους. Όταν πήγαιναν στη Λόφου, βρίσκανε μια καντήλα να ανάβει και μια εικόνα της Παναγίας. Παίρνανε την εικόνα στη μάντρα τους στο Φοίνικα, αλλά η εικόνα επέστρεφε στη θέση της, εκεί που είναι σήμερα η εκκλησία της Παναγίας. Όταν είδαν ότι η εικόνα έφευγε, αποφάσισαν να κατοικήσουν στη Λόφου».

Πέραν της παράδοσης, η ιστορική έρευνα καταγράφει ότι βοσκοί που έμεναν στην τοποθεσία Φοίνικας (νότια της Λόφου) έβοσκαν τα κοπάδια τους σε ακτίνα που έφτανε μέχρι τη σημερινή τοποθεσία του χωριού. Εκεί, χρησιμοποιούσαν τα βράδια για κατοικία τους ένα σπήλαιο που υπάρχει μέχρι σήμερα. Αργότερα φαίνεται, το σπήλαιο αυτό χρησιμοποιήθηκε από την οικογένεια Χατζηρούσου με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να είναι γνωστό με το όνομα «ο σπήλιος του Χατζηρούσου». Γενικά όμως, τα πρώτα σπίτια της Λόφου στην ουσία ήταν μάνδρες μέσα στην κοιλάδα του χωριού. Μετέπειτα κατασκεύασαν τα «στιάδκια» και αργότερα τα σπίτια με πέτρες και χωμάτινη οροφή – δώμα φτιαγμένη από χώμα ή κώνο (Πόρακος, 2004).

Το 1825 το χωριό ανήκε στο κατηλλίκι Κοιλανίου και καταγράφεται με την ονομασία Λόφος ( Παπαδόπουλος, 1965). Το κατηλλίκι περιελάμβανε 33 συνολικά χωριά και 703 φορολογούμενους. Η Λόφου είχε 57 φορολογούμενους κατοίκους και πλήρωνε συνολικό φόρο 3023,20 πιάστρες (1 πιάστρα = 40 παράδες). Σύμφωνα με τον κατάλογο των φορολογούμενων η Λόφου είναι το τέταρτο σε αριθμό χωριό (προηγούνται το Κοιλάνι με 89, το Πέρα Πεδί με 60 και το Όμοδος με 59) και το τρίτο σε ύψος φορολογίας (προηγούνται το Κοιλάνι και το Βουνί). Το 1832, σύμφωνα με το Θ. Παπαδόπουλο (1965, σελ. 208), κατοικούσαν στη Λόφου μόνο Έλληνες και ο μωπαγιάς σίτου και κριθθής ήταν 10 μόδια σιτάρι απ΄ όλα τα χωριά των καζάδων του Κοιλανίου και της Αυδήμου. Στον κατάλογο των χωριών, που συντάχθηκε το 1844 από τον Ταλαάτ εφέντη και παρατίθεται από το Μας Λατρί (1879), η Λόφου συμπεριλαμβανόταν στον καζά Κοιλανίου και είχε 66 φορολογούμενους. Όπως είναι γνωστό ο Ταλαάτ εφέντης είχε υποδιαιρέσει την Κύπρο σε 16 καζάδες. Ο καζάς Κοιλανίου περιελάμβανε 22 χωριά και 583 φορολογούμενους. Η Λόφου είναι το τρίτο σε αριθμό φορολογούμενων (προηγούνται το Κοιλάνι με 108 και το Βουνί με 93). Στον κατάλογο το χωριό καταγράφεται με την ονομασία Lofos. Ο Μας Λατρί αναφέρει ακόμα ότι σύμφωνα με την απογραφή του 1862 το χωριό ξεπερνούσε τους 200 κατοίκους.

Προς τα τέλη της Τουρκοκρατίας ξεκίνησε και το κτίσιμο της εκκλησίας του χωριού. ‘Ενα μεγάλο οικοδόμημα αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Παναγίας. Χρειάστηκαν 16 χρόνια, για να μπορέσει το 1870, να περατωθεί το κυρίως κτίριο. Το όλο έργο ολοκληρώθηκε το 1872, το δε καμπαναριό της Εκκλησίας, το 1910. Για το κτίσιμο της εκκλησίας εργάστηκαν χωρίς αμοιβή όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Οι μόνοι που πληρώνουνταν ήταν οι τεχνίτες που δεν ήταν από τη Λόφου. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η κάθε οικογένεια τότε είχε αναλάβει και το δικό της ρόλο, π.χ. μεταφορά νερού από τη βρύση, μεταφορά ασβέστη, πελέκημα των πετρών. Υπεύθυνος και συντονιστής της όλης διαδικασίας ήταν ο ιερέας του χωριού. Λέγεται μάλιστα ότι κάποιος από τους πλουσίους και προεστούς του χωριού, όταν ήταν η σειρά του να μεταφέρει νερό προτίμησε αντίθετα να προσφέρει κρασί, το οποίο είχε άφθονο και δε χρειαζόταν να το αγοράσει. Αυτό ίσως να επαναλήφθηκε δύο ή τρεις φορές.

Στο εσωτερικό της εκκλησίας ξεχωρίζει ο επισκέπτης το επίχρυσο εικόνισμα της Παναγίας. Ήταν δωρεά του Χατζητζυπρή Χατζηηλία Κυριάκου και στοίχισε στα 1887 διακόσιες χρυσές λίρες. Το όμορφο εικονοστάσι, όντας αριστούργημα ξυλογλυπτικης, της εκκλησίας φιλοτεχνήθηκε το 1892. Τους τοίχους κοσμούν όμορφες τοιχογραφίες. Τις δε αγιογραφίες φιλοτέχνησε ο Όθων Γιαβόπουλος, αγιογράφος από την Ελλάδα (παππούς του Γιώργου Βασιλείου, πρώην προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας). Ο Γιαβόπουλος αγιογράφησε μεταξύ άλλων την «αποκαθήλωση του Χριστού» (1916), τις «μυροφόρες γυναίκες» (1916) και τη «γέννηση της Θεοτόκου» (1916). Στο εξωτερικό της εκκλησίας υπήρχαν δύο πετρόκτιστα καμπαναριά, ιδιαίτερα δε πλούσια διακοσμημένο ήταν το ανατολικό. Το κοσμούσαν οκτώ ωραιότατα λιοντάρια και τέσσερις άγγελοι. Λόγω προβλήματος του καμπαναριού τα λιοντάρια μετακινήθηκαν και σήμερα τα τέσσερα κοσμούν την είσοδο της εκκλησίας και τα άλλα δύο τη βρύση που βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας.

Τελευταίο αξιοσημείωτο γεγονός της περιόδου ήταν η λειτουργία οργανωμένης μορφής σχολείου γύρω στο 1855. Περισσότερες πληροφορίες για την εκπαίδευση στη Λόφου αναφέρονται σε ξεχωριστή υποενότητα του χρονικού.